ἀπτωτί

ἀπτωτί
ἀπτωτῐ
1 without a fall φῶτας δ' ὀξυρεπεῖ δόλῳ ἀπτωτὶ δαμάσσαις (Bergk: ἀπτῶτι codd.: ἐπιρρηματικῶς. Σ.) O. 9.92

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀπτωτί — indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπτῶτι — ἀπτώς not falling masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”